Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. Ηλιούπολης

"Μιχάλης Παπαμαύρος"

Έκθεση κόμικς

komics
Έκθεση κόμικς
1 – 31 Οκτωβρίου
Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων «Μελίνα»
Ηρακλειδών 66 και Θεσσαλονίκης, Θησείο
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα κλειστά,
Τρίτη έως Σάββατο 10:00 – 20:00, Κυριακή 10:00-14:00
Συμμετέχουν: Τόμεκ Γιοβάνης, Γιώργος Γούσης, Σπύρος Δερβενιώτης, Πέτρος Ζερβός, Δημήτρης Καμένος, Λέανδρος, Τάσος Μαραγκός, Θοδωρής Μπαργιώτας, Αλέξια Οθωναίου, Αλέκος Παπαδάτος, Θανάσης Πέτρου, Soloup, Γιώργος Τραγάκης, Γιώργος Φαραζής, Πέτρος Χριστούλιας
Επιμέλεια έκθεσης: Γιάννης Κουκουλάς

Το ΜικροκλΙμα του Συλλόγου Διδασκόντων

Το ΜικροκλΙμα του ΣυλλΟγου ΔιδασκΟντων

Τώρα που ενισχύθηκε ο θεσμικός ρόλος του Συλλόγου Διδασκόντων με τη μερική ευθύνη εκλογής του Διευθυντή της Σχολικής Μονάδας και ζήσαμε όλοι το προεκλογικό και μετεκλογικό κλίμα στα γραφεία μας προσδοκώντας ίσως την εκπαιδευτική καλοκαιρία και αφού, κατά γενική εκτίμηση, δεν δρέψαμε τους καρπούς που ελπίσαμε, γεννάται το ερώτημα: μήπως δεν καρποφορούν οι προσπάθειές μας για κλιματική αλλαγή του Δημόσιου σχολείου και δεν παράγουμε το ζητούμενο, γιατί φυτεύουμε σπόρο σε έδαφος άγονο, μισερό, δηλητηριασμένο; Μήπως, ακόμη κι αν εξασφαλίζονταν οι ιδανικές εξωτερικές συνθήκες, ο μικρόκοσμός μας θα παρέμενε ανήλιαγος και ανθυγιεινός; Μήπως, τελικά, για ό,τι δεν ευδοκιμεί φταίει και το μικροκλίμα του Συλλόγου Διδασκόντων;

Το μικροκλίμα, δηλαδή οι ειδικές συνθήκες, που δημιουργούνται στον Σύλλογο των διδασκόντων από την αλληλεπίδρασή τους, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μοναδική, αφού μοναδική είναι και η διάδραση των μελών του. Όσο όμως κι αν ποικίλλει, μάλλον διατηρεί ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά κοινά και καθηλωτικά. Και επειδή τα ποιοτικά χαρακτηριστικά στη Λειτουργία ενός Συλλόγου δεν είναι μετρήσιμα, άρα δεν μπορούν και να αποδειχθούν, ας τεθούν ως απλά ερωτήματα:

Μπορούμε να εγγυηθούμε ότι ο αξιακός μας κώδικας, βάσει του οποίου κρίνουμε και κρινόμαστε, καταστρώνουμε τα διδακτικά μας σχέδια, χαράζουμε την κοινωνική μας πορεία, αντιλαμβανόμαστε τον ιστορικό μας ρόλο υπαγορεύεται από έρωτα προς το επάγγελμα και σεβασμό προς την κοινωνική του αποστολή και όχι από κομματικούς και συντεχνιακούς μηχανισμούς ή μικροσυμφέροντα και μικροκακίες; Υπάρχουν περιπτώσεις που προωθήσαμε σε θέσεις –κλειδιά τους «δικούς» μας εις βάρος των αξιότερων; Μπορούμε να πείσουμε ότι ζούμε σύμφωνα με τις ιδέες μας και δεν ιδεολογούμε σύμφωνα με τη ζωή μας;

Πόσοι Σύλλογοι υπάρχουν σήμερα, στους οποίους μοιράζεται κανείς ελεύθερα και χωρίς αυτολογοκρισία τους εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς, κοινωνικούς προβληματισμούς του; Καθημερινά συναντώνται σε έναν Σύλλογο τουλάχιστον δέκα διαφορετικής ειδίκευσης επιστήμονες. Το σχολείο είναι ίσως ο μοναδικός επαγγελματικός χώρος, που προσφέρει τέτοιας συχνότητας και ποιότητας ευκαιρία για πολυπρισματική προσέγγιση καυτών επιστημονικών αλλά και ευρύτερων κοινωνικών θεμάτων. Πόσα από αυτά συζητούνται σε ένα σχολείο; Πόσες φορές αξιοποιείται αυτή η δυνατότητα να κάνουμε τη Διαθεματικότητα από κυβερνητική εντολή ευχάριστο καθημερινό βίωμα; Και όταν τελικά συμβαίνει, υπάρχει κόστος; Και ποιο;

Πόσες παιδαγωγικές συνεδριάσεις ξεστρατίζουν από την παγιωμένη κατηγοριοποίηση των τμημάτων σε «καλό», «μέτριο», «αρκετά καλό» και αγγίζουν πραγματικά προβλήματα των μαθητών τους, με παιδαγωγική ευθύνη και επιστημονική ετοιμότητα, χωρίς τον φόβο διαρροής των προσωπικών δεδομένων των μαθητών, χωρίς ανταγωνισμό μεταξύ των διδασκόντων, χωρίς δυσκινησία στη λήψη αποφάσεων; Πόσες φορές ακούστηκε σε Σύλλογο η φράση: «Πώς τα κατάφερες εσύ με τον τάδε μαθητή, πώς προσέγγισες το τμήμα σου και χάραξες έναν δρόμο επικοινωνίας; Βοήθησέ με να βρω εναλλακτικούς και πιο αποτελεσματικούς τρόπους»;

Πόσοι από εμάς έχουμε το ψυχικό υπόστρωμα να αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε ικανοί για όλα και για όλους, αλλά μπορούμε να διδαχτούμε από συνάδελφο με μικρότερη κατάρτιση από εμάς, λιγότερη εκπαιδευτική εμπειρία, ακόμη και άλλη ειδικότητα; Πόσες φορές παραδεχτήκαμε ανοιχτά ότι, αν και με χαλαρή επιστημονική συγκρότηση ένας συνάδελφος έκανε ένα παιδί να αγαπήσει περισσότερο τον εαυτό του, να βρει διέξοδο, να εκφραστεί Πού και πώς καταγράφονται αυτές οι σπάνιες αλλά πιο σημαντικές νίκες του εκπαιδευτικού καθήκοντος, που δεν κορνιζάρονται, όπως οι μεταπτυχιακοί τίτλοι και οι βεβαιώσεις παρακολούθησης σεμιναρίων, αλλά επιβεβαιώνονται μέσω της αθόρυβης προσφοράς και της ενεργητικής προσοχής προς τους μαθητές;

Πόσες φορές συκοφαντήθηκε η αγάπη των παιδιών για έναν δάσκαλο από εμάς τους ίδιους; Αλλά και πόσες φορές γίναμε ένθερμοι αποδέκτες της απογοήτευσης των μαθητών από συνάδελφο, για να ανακουφίσουμε τη δική μας χαμηλή αυτοεκτίμηση και να διαφημίσουμε τον εαυτό μας; Πόσες “περιπτώσεις” υπάρχουν σε έναν Σύλλογο που κόβουν και ράβουν εναντίον συναδέλφων, επειδή νιώθουν ανήμποροι να δώσουν οι ίδιοι πρότυπο ζωής και συμπεριφοράς;

Πόσοι Σύλλογοι λένε τα πιο σημαντικά και τα πιο καίρια, όταν το Βιβλίο Πράξεων είναι ανοιχτό; Πόσες ενστάσεις, διαφωνίες και θέσεις βγαίνουν έξω από το υπόστεγο του ψιθύρου της παρέας και εκτίθενται στην πολιτική, κοινωνική, σχολική κακοκαιρία ως λόγος και παρουσία;

Πόσο δημοκρατικά και συνετά μπορεί να αποφασίσει ένας Σύλλογος, εάν η δημοκρατικότητα, η ατομικότητα, η πρωτοβουλία, η ακαδημαϊκή ελευθερία, η ανεξαρτησία όχι μόνο δεν είναι κατακτημένα αγαθά, αλλά ούτε κοινός στόχος;

Μπορούμε με σοβαρότητα να ισχυριστούμε ότι αισθανόμαστε ασφαλείς κάτω από οποιαδήποτε συνδικαλιστική στέγη, όταν δεν κατορθώνουμε να επικοινωνούμε με τον συνάδελφο του διπλανού γραφείου; Έτυχε ποτέ να αισθανθούμε ότι ο συνδικαλιστικός μας εκπρόσωπος, κάποτε και μέλος του συλλόγου μας, έχει περισσότερα κοινά με την Προϊσταμένη Αρχή ως προς τις επιδιώξεις, τα προνόμια, τα κριτήρια και τη στρατηγική από ό,τι με τα υπόλοιπα μέλη του Συλλόγου, τους συναδέλφους του; Έχουμε ποτέ καταμετρήσει πόσες φορές εργασιακά δικαιώματα μελών του Συλλόγου καταπατήθηκαν αφήνοντας παγερά αδιάφορους τους συναδέλφους αλλά και προκλητικά αδρανείς τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους;

Δουλέψαμε ποτέ σε ένα σχολείο, όπου όλα περι­στρέφονται γύρω από τις ανάγκες του ενός ή μιας μικροομάδας του συλλόγου; Αναγκαστήκαμε ποτέ να δώσουμε μάχες με παλιούς, μόνιμους, ντόπιους, δικτυωμένους, πέφτοντας πάνω σε ένα οχυρό με αυτονόητα προνόμια, που υπαγορεύονται από άσχετες με το εκπαιδευτικό έργο ιδιότητες, πλην όμως ισχυρές και αυτοεπιβεβαιούμενες; Έχουμε ποτέ παρατηρήσει ή ακούσει μαρτυρίες για τις υποομάδες σε σχολεία, που επιβάλλουν την κυρίαρχη κουλτούρα του Συλλόγου και του σχολείου, προσαρμόζουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες στις προσωπικές τους, πρωτοστατούν σε εκπαιδευτικά προγράμματα με αμφίβολα μαθητικά οφέλη, διαχειρίζονται προσωπικά τα προϊόντα συλλογικής εργασίας, επιλύουν σχολικά προβλήματα πίσω από πόρτες κλειστές και απομονώνουν τους συναδέλφους, τους «απ΄ αλλού φερμένους»;

Πόσοι από εμάς σκοντάψαμε πάνω στην έπαρση της Ειδικότητας των άλλων (συνήθως Φιλολόγων, Μαθηματικών, Φυσικών) και πόσοι δεν αξιολογήσαμε μαθήματα και κλάδους σπουδών με κριτήριο την θέση μας, την ασφάλειά μας και το κύρος μας στην Υπηρεσία; Πόσοι από εμάς διακρίνοντας τα μαθήματα σε κύρια και δευτερεύοντα, υψηλού και χαμηλού γοήτρου παραδεχόμαστε ότι έτσι κατοχυρώνουμε ή διακυβεύουμε τη δουλειά μας;

Συμβαίνει συχνά ο εκπαιδευτικός που δοκιμάζει νέους παιδαγωγικούς τρόπους, να δοκιμάζεται πρώτα από όλα από συναδέλφους, στη συνέχεια από γονείς και τέλος από την εκάστοτε Αρχή του; Είμαστε αθώοι κάθε φορά που η αυτονόμηση καταγράφεται ως αυθαιρεσία και η υπερπροσπάθεια ως ανάγκη αυτοπροβολής;

Έχουμε εντοπίσει άξιους εκπαιδευτικούς, καταρτισμένους και στέρεους εντός τάξης, δημιουργικούς και πρωτοπόρους εκτός σχολείου να καταλήγουν άβουλοι, παθητικοί, ευθυνόφοβοι εντός συλλόγου, για να υπηρετήσουν μια συλλογική απαίτηση ομοιομορφίας;

Έχουμε συναινέσει ποτέ με τη σιωπή μας στην εκμετάλλευση του εκπαιδευτικού έργου συναδέλφου, στην οικειοποίησή του, στην στρέβλωσή του ή στην υπονόμευσή του, επειδή «δεν είναι δικό μας θέμα»; Έχουμε αναπαυτεί στην ιδέα, ότι ο «καλός» Διευθυντής αξιολογεί κάθε μέλος του Συλλόγου με ’ριστα;

Έχουμε επισημάνει τι είναι αυτό που μπορεί να συνέχει μέλη του Συλλόγου και να εντάσσονται σε υποομάδες; Η ειδικότητα; Οι παιδαγωγικές αντιλήψεις; Τα κοινά οράματα; Η κομματική τοποθέτηση; Οι κοινές αντιπάθειες; Το γειτόνεμα των γραφείων;

Έχουμε βρει ποτέ λύτρωση για όσα στρεβλά συμβαίνουν εντός σχολείου στην απάθεια ή ακόμη χειρότερα σε μια άσφαιρη ουδετερότητα, από την οποία κανείς δεν βγαίνει κερδισμένος αλλά και κανείς χαμένος;

Δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία επαναθεώρησης πάνω στη δράση και την κουλτούρα του συλλογικού μας οργάνου, ξανασκεφτόμαστε τις ευθύνες μας, αναστοχαζόμαστε πάνω σε συναδελφικές σχέσεις συνεργασίας διαταραγμένες ή ευδόκιμες ή κουβαλάμε τις ίδιες ιδέες και συναισθήματα από την ένταξή μας σε έναν Σύλλογο μέχρι τη συνταξιοδότηση ή ακόμη και την παραίτηση;

Τα παραπάνω ερωτήματα έχουν άλλη απάντηση ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο που τίθενται. Το μικροκλίμα του Συλλόγου δεν είναι παντού ίδιο, ούτε στατικό. Καλούμαστε να το διαμορφώσουμε με την προσωπική μας συμβολή, καθώς καμία νομοθετική ρύθμιση, καμία εκπαιδευτική πολιτική, όσο εμπνευσμένες και φιλότιμες κι αν είναι, δεν μπορεί να μας το χαρίσει και μάλλον καμία εκπαιδευτική εμπειρία δεν μπορεί να το εγγυηθεί.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι ένας Σύλλογος χωρίς συλλογικότητα, ένας Σύλλογος με έκπτωτο Συν και Λόγο ως απλή συνάθροιση ατόμων στον ίδιο χώρο, διαμορφώνει ένα μικροκλίμα τοξικό, ένα σχολείο καταθλιπτικό, έναν εκπαιδευτικό δυστυχή και αφοπλισμένο, ανίκανο να βρει και να δώσει αυτό που είναι αναγκαίο και σε εκείνον και στην εποχή μας: ένα νέο νόημα στην Παιδεία.

Βάνα Δουληγέρη

Νέα Παιδεία (2015), τεύχος 155

Tώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι…

«ΣΤΟ ΝΕΚΡΟ ΔΑΣΟΣ»

«Στο νεκρό δάσος των λέξεων προχωράω.
Aνάβω τα χλωμά φανάρια στους δρόμους
προσπαθώ ν’ αναστήσω.
Tα ονόματα που πυρπόλησαν τις καρδιές
σε μυστικές συνεδριάσεις
τα ονόματα που οδήγησαν
όλα δολοφονούνται.
Tώρα κυκλοφορούν σε ανάκτορα ξένοι
ντύνονται επίσημα στις δεξιώσεις
σε διπλωματικά συνέδρια ανταλλάσονται
χειραψίες
φριχτά υπομνήματα
παρευρίσκονται στις γιορτές, υποκλίνονται-
Tώρα πεθαίνουν.
Ω Pόζα Λούξεμπουργκ, Λένιν, ποιητές,
Ω Tέλμαν, Tάνεφ
παγωμένοι σε επίσημες αίθουσες
δαφνοστεφείς ήρωες
μυθικά πρόσωπα
ελάτε.
Oι εξουσίες σήμερα χαϊδεύονται σαν
ερωτιάρες γάτες πάνω στις στέγες μας
οι πρόεδροι ανταλλάσσουν επισκέψεις
οι πατριάρχες πάλι ενθρονίζονται
κάτω από τα νόμιμα κάδρα σας
μας περιπαίζουν.
Eγώ έχω μέσα στη θύμησή μου
την ώρα που ανέβαινε το πλήθος στις σκάλες
με τη φωτιά κρατώντας τη μεγάλη ταμπέλα
Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ.
Έχω στη θύμησή μου την ατμομηχανή που έφερε
τη νύχτα τον Λένιν
τον έξαλλο Mαγιακόφσκι που πυροβολούσε
τους υπουργούς
τους φοιτητές αγκαλιασμένους με τους χωριάτες.
Πώς βγήκανε πάλι απ’ αυτή τη φωτιά
ο Kος Διευθυντής
ο διπλωματικός ακόλουθος
ο Kος πρέσβης;
Kαι τώρα τι πρέπει να γίνει
σ’ αυτό το νεκροταφείο των ονομάτων
σ’ αυτό το νεκροταφείο των λέξεων;
Πώς θα ξαναβαφτίσουμε τις πυρκαγιές
ελευθερία, ισότητα, Σοβιέτ, εξουσία;»

(Μιχάλης Κατσαρός, «Κατά Σαδδουκαίων»)

«Γυναίκες»

women_708_0

«…Φτωχές γυναίκες,

μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες,

τίμιες ή σπιτωμένες, ακόμα κι άλλες

εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού,

γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού,

νιώσαμε τον φόβο που κρύβεται καμιά φορά

πίσω από την αγνότητα,

την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία

πίσω απ’ την υπακοή.

Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία που

κρύβεται πίσω απ’ την κακία.

Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε

πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι,

οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε,

μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον,

γιατί τα χρόνια περνάνε…

Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, όταν μένουμε μονάχες

και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, και κρεμάμε

στην κρεμάστρα το πανωφόρι κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα

που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες

για να τους αρέσουμε –

αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο

το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο.

Αχ, γυναίκες έρημες,

κανείς δεν έμαθε ποτέ πόσο αγωνία κρύβεται πίσω απ’ τη

λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας.

Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο….

Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες,

τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε – τί να μάθουμε;

Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες,

πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους…

λοιπόν, πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; Τί ψάχνουμε

παλεύοντας αιώνια με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία;

Ερχόμαστε απ’ τον φόβο και τον φόνο, απ’ το αίμα και

την επανάληψη. Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή -

κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία.

Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε,

κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά,

ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες,

κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας.

Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις – αχ περνάει

γρήγορα η ζωή, ούτε το καταλαβαίνεις.

Τα παιδιά ζούνε σ’ έναν δικό τους κόσμο, δεν μας ξέρουν

παρά μονάχα σαν μητέρες, δεν μπόρεσαν να μας δουν

ποτέ λίγο κι εμάς ως ανθρώπους -

με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους.

Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες μέσα

στο εσωτερικό μας πάθος,

αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα

της μητρότητάς μας…»

Τάσος Λειβαδίτης,(απόσπασμα από το «Καντάτα 1960» – Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)