Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. Ηλιούπολης

"Μιχάλης Παπαμαύρος"

Ο Εθνεγέρτης Αλέξανδρος Υψηλάντης

Στη δανειστική μας βιβλιοθήκη υπάρχει το βιβλίο «Ο Εθνεγέρτης Αλέξανδρος Υψηλάντης» που για τους δασκάλους της Στ΄ αυτή την περίοδο είναι σίγουρα επίκαιρο.  Είναι μια έκδοση που είχε κάνει ο Σύλλογος το 1995, της ομιλίας του συναδέλφου Δ. Παπαϊωάννου.  Επισυνάπτω σελίδες του παραρτήματος του βιβλίου σχετικά με κάποια σχόλια για την προκύρηξη του Υψηλάντη, αλλά φυσικά σας συστήνω να το δανειστείτε.

Επάγγελμα δάσκαλος

Αντιγράφω ένα ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ άρθρο από την Εφημερίδα των Συντακτών για το επάγγελμά μας :

Επάγγελμα δάσκαλος

Συντάκτης:
Φοίβος Γκικόπουλος*

Ενας ορισμός του δάσκαλου και της διδασκαλίας είναι, ακόμη και σήμερα, πολύ δύσκολος, επειδή ο δάσκαλος εκπληρώνει διάφορες και ποικίλες λειτουργίες, όπως τη διαμόρφωση του μαθητή, τη μεσολάβηση ανάμεσα στον μαθητή και την κουλτούρα, τον διδασκόμενο και την κοινωνία, τον διδακτικό προγραμματισμό κ.λπ.

Σύμφωνα με μια αντίληψη, η διδασκαλία είναι αυτό που κάνουν οι δάσκαλοι, και κάνουν πολλά: προσφέρουν γνώσεις, κατευθύνουν, οργανώνουν το υλικό, βάζουν στόχους, έχουν ανησυχίες, φόβους, απογοητεύσεις και ικανοποιήσεις που συνδέονται με τη δουλειά τους, αντιδρούν μπροστά στους μαθητές και τους συναδέλφους, αξιολογούν.

Με άλλα λόγια, εκφράζουν χαρακτηριστικές δραστηριότητες αυτού που ονομάζουμε εκπαίδευση.

Στην πραγματικότητα μπορούμε να δούμε τη διδασκαλία από διαφορετικές οπτικές γωνίες: την παιδαγωγική, στη βάση των δραστηριοτήτων και των προοπτικών που αναπτύσσει, την ψυχολογική, στη βάση της συμπεριφοράς του δάσκαλου και του μαθητή και την αμοιβαία τους σχέση, την κοινωνιολογική, στη βάση των πολυσύνθετων σκοπών, αξιών, θεσμών και κανόνων συμπεριφοράς μιας συγκεκριμένης κουλτούρας, τη φιλοσοφική, στη βάση των διαφορετικών συστημάτων ανάλυσης και αντίληψης.

Ο δάσκαλος, λοιπόν, είναι εκείνος που προωθεί την αυτομόρφωση του μαθητή μέσα από τη διαπαιδαγώγηση, που προγραμματίζει, οργανώνει, καθοδηγεί, αξιολογεί και προσανατολίζει. Η εκπαίδευση είναι μια ανθρώπινη ανακάλυψη και την οδηγεί αυτός που την κατανοεί, πέρα από την απλή διαδικασία της κατανόησης.

Πράγματι, ο άνθρωπος γεννιέται μέσα σε μια κουλτούρα που έχει ως κύρια λειτουργία της να διαφυλάξει και να μεταδώσει τα διδάγματα του παρελθόντος. Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να βασίζεται στην «τυχαία» εκμάθηση, αλλά πρέπει να «δεχτεί» μια εκπαίδευση.

Πρέπει να αποφεύγει αυτό που βρίσκει ξεκάθαρα διακεκριμένο και χειροπιαστό, προς όφελος πραγμάτων που υπάρχουν σε μορφή δυσδιάκριτη και συχνά ακατανόητη κι αυτό πρέπει να το κάνει σε έναν συγκεκριμένο χώρο: στις αίθουσες διδασκαλίας και στα θρανία.

Η διδασκαλία, λοιπόν, δικαιολογείται από μια τριπλή συνθήκη: γενετική, γιατί είναι αποτέλεσμα της ίδιας της ανθρώπινης ανάπτυξης, ψυχοκοινωνική, γιατί είναι αναγκαία στη μετάδοση των κατακτήσεων του παρελθόντος, παιδαγωγική, γιατί συμβάλλει στη διαμόρφωση της προσωπικότητας μέσα από τις κοινωνικές λειτουργίες της.

Ο ρόλος του δάσκαλου γεννήθηκε όταν –με την εξέλιξη της κοινωνίας– η κουλτούρα του ανθρώπινου είδους ξεπέρασε κατά πολύ εκείνη των μεμονωμένων ατόμων κι όταν, αμέσως μετά, η μάθηση, που είναι μια φυσική και σχεδόν μη εθελοντική δραστηριότητα του ανθρώπου, μετατράπηκε σε εκπαίδευση και άρα σε μάθηση όχι τυχαία αλλά εξαρτώμενη από εξωτερικές συνθήκες.

Η λειτουργία της διδασκαλίας, λοιπόν, είναι πολύ παλιά. Αντίθετα, η μετατροπή της σε επάγγελμα είναι σχετικά σύγχρονη. Από τη στιγμή που η διδασκαλία έγινε ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, βασισμένο σ’ ένα επίπεδο προετοιμασίας και με την υποχρέωση να εκπληρώσει ορισμένους όρους, μπήκε το πρόβλημα της ίδιας της φύσης αυτού του επαγγέλματος.

Η παραδοσιακή κατηγοριοποίηση κάνει διάκριση ανάμεσα σε ασχολίες πνευματικές ή ελεύθερες, υπαλληλικές, βιοτεχνικές ή τεχνικές και αποδίδει τον χαρακτηρισμό του επαγγέλματος μόνον στις πρώτες, γιατί βασίζονται σε σύνθετες πνευματικές διαδικασίες που δεν αποκλείουν τις φυσικές ή χειρωνακτικές εργασίες (π.χ. ο χειρουργός), που αποκτήθηκαν έπειτα από μακρά προετοιμασία, προϋποθέτουν μια πλατιά αυτονομία και μια προσωπική ευθύνη όσον αφορά την κρίση και τη συμπεριφορά, ρυθμίζονται από ένα σταθερό σύστημα ηθικών κανόνων, αντλούν την οντότητά τους από την προσωπική κατάρτιση και όχι από μια γραφειοκρατική οργάνωση.

*ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ

Η νίκη του Τραμπ

Σοκ, έκπληξη, μούδιασμα. Όλα αυτά μαζί και τίποτα απ” όλα αυτά. Η πρώτη μέρα βρίσκει τον κόσμο σοκαρισμένο. Γιατί άραγε; Η δημοκρατία διαθέτει την πιο σαφή και εκκωφαντική φωνή. Αυτή του λαού. Μας αρέσει ή όχι το αποτέλεσμα, έχει εκεί τις ρίζες του. Εκεί πρέπει να αναζητηθούν οι αιτίες του απίστευτου αυτού αποτελέσματος. Αυτό που αφοριστικά μπορούμε να πούμε είναι ότι το αποτέλεσμα ήταν εν μέρη δικαιολογημένο προερχόμενο από έναν απαίδευτο, ανομοιογενή και πολυπολιτισμικό λαό, αυτό των Η.Π.Α. Είναι πράγματι έτσι; Τα ποσοστά της Λεπέν στη Γαλλία και ο ξενοφοβικός βορράς της Ευρώπης, έρχονται να μας διαψεύσουν.

Μετά την κατάρρευση της Leamon Brothers το 2008, στην Αμερική τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Οικονομική ανέχεια, υψηλά κατά τόπους ποσοστά ανεργίας και αστυνομικός κλεφτοπόλεμος στις φτωχογειτονιές ακόμα και των πιο φιλελεύθερων πολιτειών, αποκαλύπτει μία ζοφερή κατάσταση πίσω από το αστραφτερό περιτύλιγμα. Το χειρότερο όλων, η έλλειψη παιδείας και η άγνοια των βασικών κατακτήσεων του ελεύθερου ανθρώπου, που μετά από αγώνες πολλών ετών, εδραιώθηκαν στις ευνομούμενες πολιτείες.

Δυσκολεύομαι να διώξω από τη σκέψη μου την εικόνα ενός γερμανού οικονομολόγου πίσω από το γραφείο του, να γελά χαιρέκακα μετά το σημερινό αποτέλεσμα (τυχαίο πρόσωπο). Τα αποτελέσματα μιας πολιτικής απόλυτα συνδεδεμένης με τις οικονομικές μεταβλητές της Ευρώπης, είναι φανερά σε χώρες όπως η Ελλάδα. Δυστυχώς οι εξελίξεις των τελευταίων ετών σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, μοιάζουν να μη φτάνουν με τίποτα στα αφτιά των οικονομικών κύκλων της Ευρώπης.

Όσον αφορά τη χώρα μας, το πιθανότερο είναι ο νέος πρόεδρος να μη γνωρίζει καν που βρίσκεται, πόσο μάλλον την ιστορία της, Εξάλλου ήδη έχει αναφέρει ότι οι εξελίξεις στην Ελλάδα δεν αφορούν την Αμερική και ότι η Γερμανία είναι καταλληλότερη για να ασχοληθεί με το εν λόγω πρόβλημα. Ας ελπίσουμε ότι οι σύμβουλοί του, θα περιορίσουν την επικίνδυνη ρητορική του και κυρίως τις απρόβλεπτες πολιτικές του.

Έκθεση κόμικς

komics
Έκθεση κόμικς
1 – 31 Οκτωβρίου
Πολιτιστικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων «Μελίνα»
Ηρακλειδών 66 και Θεσσαλονίκης, Θησείο
Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα κλειστά,
Τρίτη έως Σάββατο 10:00 – 20:00, Κυριακή 10:00-14:00
Συμμετέχουν: Τόμεκ Γιοβάνης, Γιώργος Γούσης, Σπύρος Δερβενιώτης, Πέτρος Ζερβός, Δημήτρης Καμένος, Λέανδρος, Τάσος Μαραγκός, Θοδωρής Μπαργιώτας, Αλέξια Οθωναίου, Αλέκος Παπαδάτος, Θανάσης Πέτρου, Soloup, Γιώργος Τραγάκης, Γιώργος Φαραζής, Πέτρος Χριστούλιας
Επιμέλεια έκθεσης: Γιάννης Κουκουλάς

Το ΜικροκλΙμα του Συλλόγου Διδασκόντων

Το ΜικροκλΙμα του ΣυλλΟγου ΔιδασκΟντων

Τώρα που ενισχύθηκε ο θεσμικός ρόλος του Συλλόγου Διδασκόντων με τη μερική ευθύνη εκλογής του Διευθυντή της Σχολικής Μονάδας και ζήσαμε όλοι το προεκλογικό και μετεκλογικό κλίμα στα γραφεία μας προσδοκώντας ίσως την εκπαιδευτική καλοκαιρία και αφού, κατά γενική εκτίμηση, δεν δρέψαμε τους καρπούς που ελπίσαμε, γεννάται το ερώτημα: μήπως δεν καρποφορούν οι προσπάθειές μας για κλιματική αλλαγή του Δημόσιου σχολείου και δεν παράγουμε το ζητούμενο, γιατί φυτεύουμε σπόρο σε έδαφος άγονο, μισερό, δηλητηριασμένο; Μήπως, ακόμη κι αν εξασφαλίζονταν οι ιδανικές εξωτερικές συνθήκες, ο μικρόκοσμός μας θα παρέμενε ανήλιαγος και ανθυγιεινός; Μήπως, τελικά, για ό,τι δεν ευδοκιμεί φταίει και το μικροκλίμα του Συλλόγου Διδασκόντων;

Το μικροκλίμα, δηλαδή οι ειδικές συνθήκες, που δημιουργούνται στον Σύλλογο των διδασκόντων από την αλληλεπίδρασή τους, δημιουργεί μια ατμόσφαιρα μοναδική, αφού μοναδική είναι και η διάδραση των μελών του. Όσο όμως κι αν ποικίλλει, μάλλον διατηρεί ορισμένα ποιοτικά χαρακτηριστικά κοινά και καθηλωτικά. Και επειδή τα ποιοτικά χαρακτηριστικά στη Λειτουργία ενός Συλλόγου δεν είναι μετρήσιμα, άρα δεν μπορούν και να αποδειχθούν, ας τεθούν ως απλά ερωτήματα:

Μπορούμε να εγγυηθούμε ότι ο αξιακός μας κώδικας, βάσει του οποίου κρίνουμε και κρινόμαστε, καταστρώνουμε τα διδακτικά μας σχέδια, χαράζουμε την κοινωνική μας πορεία, αντιλαμβανόμαστε τον ιστορικό μας ρόλο υπαγορεύεται από έρωτα προς το επάγγελμα και σεβασμό προς την κοινωνική του αποστολή και όχι από κομματικούς και συντεχνιακούς μηχανισμούς ή μικροσυμφέροντα και μικροκακίες; Υπάρχουν περιπτώσεις που προωθήσαμε σε θέσεις –κλειδιά τους «δικούς» μας εις βάρος των αξιότερων; Μπορούμε να πείσουμε ότι ζούμε σύμφωνα με τις ιδέες μας και δεν ιδεολογούμε σύμφωνα με τη ζωή μας;

Πόσοι Σύλλογοι υπάρχουν σήμερα, στους οποίους μοιράζεται κανείς ελεύθερα και χωρίς αυτολογοκρισία τους εκπαιδευτικούς, επιστημονικούς, κοινωνικούς προβληματισμούς του; Καθημερινά συναντώνται σε έναν Σύλλογο τουλάχιστον δέκα διαφορετικής ειδίκευσης επιστήμονες. Το σχολείο είναι ίσως ο μοναδικός επαγγελματικός χώρος, που προσφέρει τέτοιας συχνότητας και ποιότητας ευκαιρία για πολυπρισματική προσέγγιση καυτών επιστημονικών αλλά και ευρύτερων κοινωνικών θεμάτων. Πόσα από αυτά συζητούνται σε ένα σχολείο; Πόσες φορές αξιοποιείται αυτή η δυνατότητα να κάνουμε τη Διαθεματικότητα από κυβερνητική εντολή ευχάριστο καθημερινό βίωμα; Και όταν τελικά συμβαίνει, υπάρχει κόστος; Και ποιο;

Πόσες παιδαγωγικές συνεδριάσεις ξεστρατίζουν από την παγιωμένη κατηγοριοποίηση των τμημάτων σε «καλό», «μέτριο», «αρκετά καλό» και αγγίζουν πραγματικά προβλήματα των μαθητών τους, με παιδαγωγική ευθύνη και επιστημονική ετοιμότητα, χωρίς τον φόβο διαρροής των προσωπικών δεδομένων των μαθητών, χωρίς ανταγωνισμό μεταξύ των διδασκόντων, χωρίς δυσκινησία στη λήψη αποφάσεων; Πόσες φορές ακούστηκε σε Σύλλογο η φράση: «Πώς τα κατάφερες εσύ με τον τάδε μαθητή, πώς προσέγγισες το τμήμα σου και χάραξες έναν δρόμο επικοινωνίας; Βοήθησέ με να βρω εναλλακτικούς και πιο αποτελεσματικούς τρόπους»;

Πόσοι από εμάς έχουμε το ψυχικό υπόστρωμα να αποδεχτούμε ότι δεν είμαστε ικανοί για όλα και για όλους, αλλά μπορούμε να διδαχτούμε από συνάδελφο με μικρότερη κατάρτιση από εμάς, λιγότερη εκπαιδευτική εμπειρία, ακόμη και άλλη ειδικότητα; Πόσες φορές παραδεχτήκαμε ανοιχτά ότι, αν και με χαλαρή επιστημονική συγκρότηση ένας συνάδελφος έκανε ένα παιδί να αγαπήσει περισσότερο τον εαυτό του, να βρει διέξοδο, να εκφραστεί Πού και πώς καταγράφονται αυτές οι σπάνιες αλλά πιο σημαντικές νίκες του εκπαιδευτικού καθήκοντος, που δεν κορνιζάρονται, όπως οι μεταπτυχιακοί τίτλοι και οι βεβαιώσεις παρακολούθησης σεμιναρίων, αλλά επιβεβαιώνονται μέσω της αθόρυβης προσφοράς και της ενεργητικής προσοχής προς τους μαθητές;

Πόσες φορές συκοφαντήθηκε η αγάπη των παιδιών για έναν δάσκαλο από εμάς τους ίδιους; Αλλά και πόσες φορές γίναμε ένθερμοι αποδέκτες της απογοήτευσης των μαθητών από συνάδελφο, για να ανακουφίσουμε τη δική μας χαμηλή αυτοεκτίμηση και να διαφημίσουμε τον εαυτό μας; Πόσες “περιπτώσεις” υπάρχουν σε έναν Σύλλογο που κόβουν και ράβουν εναντίον συναδέλφων, επειδή νιώθουν ανήμποροι να δώσουν οι ίδιοι πρότυπο ζωής και συμπεριφοράς;

Πόσοι Σύλλογοι λένε τα πιο σημαντικά και τα πιο καίρια, όταν το Βιβλίο Πράξεων είναι ανοιχτό; Πόσες ενστάσεις, διαφωνίες και θέσεις βγαίνουν έξω από το υπόστεγο του ψιθύρου της παρέας και εκτίθενται στην πολιτική, κοινωνική, σχολική κακοκαιρία ως λόγος και παρουσία;

Πόσο δημοκρατικά και συνετά μπορεί να αποφασίσει ένας Σύλλογος, εάν η δημοκρατικότητα, η ατομικότητα, η πρωτοβουλία, η ακαδημαϊκή ελευθερία, η ανεξαρτησία όχι μόνο δεν είναι κατακτημένα αγαθά, αλλά ούτε κοινός στόχος;

Μπορούμε με σοβαρότητα να ισχυριστούμε ότι αισθανόμαστε ασφαλείς κάτω από οποιαδήποτε συνδικαλιστική στέγη, όταν δεν κατορθώνουμε να επικοινωνούμε με τον συνάδελφο του διπλανού γραφείου; Έτυχε ποτέ να αισθανθούμε ότι ο συνδικαλιστικός μας εκπρόσωπος, κάποτε και μέλος του συλλόγου μας, έχει περισσότερα κοινά με την Προϊσταμένη Αρχή ως προς τις επιδιώξεις, τα προνόμια, τα κριτήρια και τη στρατηγική από ό,τι με τα υπόλοιπα μέλη του Συλλόγου, τους συναδέλφους του; Έχουμε ποτέ καταμετρήσει πόσες φορές εργασιακά δικαιώματα μελών του Συλλόγου καταπατήθηκαν αφήνοντας παγερά αδιάφορους τους συναδέλφους αλλά και προκλητικά αδρανείς τους εκλεγμένους εκπροσώπους τους;

Δουλέψαμε ποτέ σε ένα σχολείο, όπου όλα περι­στρέφονται γύρω από τις ανάγκες του ενός ή μιας μικροομάδας του συλλόγου; Αναγκαστήκαμε ποτέ να δώσουμε μάχες με παλιούς, μόνιμους, ντόπιους, δικτυωμένους, πέφτοντας πάνω σε ένα οχυρό με αυτονόητα προνόμια, που υπαγορεύονται από άσχετες με το εκπαιδευτικό έργο ιδιότητες, πλην όμως ισχυρές και αυτοεπιβεβαιούμενες; Έχουμε ποτέ παρατηρήσει ή ακούσει μαρτυρίες για τις υποομάδες σε σχολεία, που επιβάλλουν την κυρίαρχη κουλτούρα του Συλλόγου και του σχολείου, προσαρμόζουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες στις προσωπικές τους, πρωτοστατούν σε εκπαιδευτικά προγράμματα με αμφίβολα μαθητικά οφέλη, διαχειρίζονται προσωπικά τα προϊόντα συλλογικής εργασίας, επιλύουν σχολικά προβλήματα πίσω από πόρτες κλειστές και απομονώνουν τους συναδέλφους, τους «απ΄ αλλού φερμένους»;

Πόσοι από εμάς σκοντάψαμε πάνω στην έπαρση της Ειδικότητας των άλλων (συνήθως Φιλολόγων, Μαθηματικών, Φυσικών) και πόσοι δεν αξιολογήσαμε μαθήματα και κλάδους σπουδών με κριτήριο την θέση μας, την ασφάλειά μας και το κύρος μας στην Υπηρεσία; Πόσοι από εμάς διακρίνοντας τα μαθήματα σε κύρια και δευτερεύοντα, υψηλού και χαμηλού γοήτρου παραδεχόμαστε ότι έτσι κατοχυρώνουμε ή διακυβεύουμε τη δουλειά μας;

Συμβαίνει συχνά ο εκπαιδευτικός που δοκιμάζει νέους παιδαγωγικούς τρόπους, να δοκιμάζεται πρώτα από όλα από συναδέλφους, στη συνέχεια από γονείς και τέλος από την εκάστοτε Αρχή του; Είμαστε αθώοι κάθε φορά που η αυτονόμηση καταγράφεται ως αυθαιρεσία και η υπερπροσπάθεια ως ανάγκη αυτοπροβολής;

Έχουμε εντοπίσει άξιους εκπαιδευτικούς, καταρτισμένους και στέρεους εντός τάξης, δημιουργικούς και πρωτοπόρους εκτός σχολείου να καταλήγουν άβουλοι, παθητικοί, ευθυνόφοβοι εντός συλλόγου, για να υπηρετήσουν μια συλλογική απαίτηση ομοιομορφίας;

Έχουμε συναινέσει ποτέ με τη σιωπή μας στην εκμετάλλευση του εκπαιδευτικού έργου συναδέλφου, στην οικειοποίησή του, στην στρέβλωσή του ή στην υπονόμευσή του, επειδή «δεν είναι δικό μας θέμα»; Έχουμε αναπαυτεί στην ιδέα, ότι ο «καλός» Διευθυντής αξιολογεί κάθε μέλος του Συλλόγου με ’ριστα;

Έχουμε επισημάνει τι είναι αυτό που μπορεί να συνέχει μέλη του Συλλόγου και να εντάσσονται σε υποομάδες; Η ειδικότητα; Οι παιδαγωγικές αντιλήψεις; Τα κοινά οράματα; Η κομματική τοποθέτηση; Οι κοινές αντιπάθειες; Το γειτόνεμα των γραφείων;

Έχουμε βρει ποτέ λύτρωση για όσα στρεβλά συμβαίνουν εντός σχολείου στην απάθεια ή ακόμη χειρότερα σε μια άσφαιρη ουδετερότητα, από την οποία κανείς δεν βγαίνει κερδισμένος αλλά και κανείς χαμένος;

Δίνουμε στον εαυτό μας την ευκαιρία επαναθεώρησης πάνω στη δράση και την κουλτούρα του συλλογικού μας οργάνου, ξανασκεφτόμαστε τις ευθύνες μας, αναστοχαζόμαστε πάνω σε συναδελφικές σχέσεις συνεργασίας διαταραγμένες ή ευδόκιμες ή κουβαλάμε τις ίδιες ιδέες και συναισθήματα από την ένταξή μας σε έναν Σύλλογο μέχρι τη συνταξιοδότηση ή ακόμη και την παραίτηση;

Τα παραπάνω ερωτήματα έχουν άλλη απάντηση ανάλογα με τον χώρο και τον χρόνο που τίθενται. Το μικροκλίμα του Συλλόγου δεν είναι παντού ίδιο, ούτε στατικό. Καλούμαστε να το διαμορφώσουμε με την προσωπική μας συμβολή, καθώς καμία νομοθετική ρύθμιση, καμία εκπαιδευτική πολιτική, όσο εμπνευσμένες και φιλότιμες κι αν είναι, δεν μπορεί να μας το χαρίσει και μάλλον καμία εκπαιδευτική εμπειρία δεν μπορεί να το εγγυηθεί.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι ένας Σύλλογος χωρίς συλλογικότητα, ένας Σύλλογος με έκπτωτο Συν και Λόγο ως απλή συνάθροιση ατόμων στον ίδιο χώρο, διαμορφώνει ένα μικροκλίμα τοξικό, ένα σχολείο καταθλιπτικό, έναν εκπαιδευτικό δυστυχή και αφοπλισμένο, ανίκανο να βρει και να δώσει αυτό που είναι αναγκαίο και σε εκείνον και στην εποχή μας: ένα νέο νόημα στην Παιδεία.

Βάνα Δουληγέρη

Νέα Παιδεία (2015), τεύχος 155