Για την πολιτική των Μουσείων Σύγχρονης Τέχνης – από Α.Σ.Ε.

 

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν δύο κρατικά Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης στην Ελλάδα. Το ένα είναι το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ), που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και έχει ως βάση μέρος της Συλλογής Κωστάκη με έργα της Ρώσικης Πρωτοπορίας, και το άλλο είναι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) στην Αθήνα. Πρόκειται για τα μοναδικά μουσεία μέσα από τα οποία το ελληνικό κοινό μπορεί να γνωρίσει τη σύγχρονη εικαστική τέχνη και να μελετήσει τις σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα της. Η πολιτιστική πολιτική που ακολουθούν έχει ένα ιδιαίτερο βάρος, καθώς καθορίζει τον προσανατολισμό και την πορεία της σύγχρονης τέχνης στη χώρα μας, δίνοντας αισθητική κατεύθυνση στα εικαστικά πράγματα και επηρεάζοντας τους καλλιτέχνες και το κοινό. 

Πώς είναι σήμερα

Είναι, βέβαια, εύκολα εννοούμενο ότι, όπως όλοι οι κρατικοί πολιτιστικοί οργανισμοί, έτσι και τα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης στη χώρα μας υποτάσσονται στην πολιτική και τις κατευθύνσεις της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων για τον Πολιτισμό και τις Τέχνες. Πιο ειδικά, αποτελούν χώρους όπου σε μεγάλο μέρος αναπαράγονται οι επιλογές του Χρηματιστηρίου της Τέχνης και των επενδυτών, μια ακόμα, τελικά, μεγάλη «ιδιωτικού τύπου» αίθουσα εκθέσεων.

Αυτό μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει κανείς παρατηρώντας τις περιοδικές εκθέσεις, αλλά και τις αγορές που πραγματοποιούν. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης αρνήθηκε πρόταση του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας (ΕΕΤΕ) για διοργάνωση στο κτίριο του Φιξ μιας μεγάλης έκθεσης νέων εικαστικών από το σύνολο του καλλιτεχνικού δυναμικού της χώρας, προτιμώντας να εγκαινιάσει το νέο αυτό χώρο με μια ιδιωτική έκθεση από την Αμβέρσα. Αυτή η κίνηση, όπως και οι εκδηλώσεις της «documenta 14», που φιλοξένησε, δείχνουν τον προσανατολισμό του. Η «documenta 14» επεδίωκε – με εξαίρεση κάποιες λιγοστές ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις – να περιβάλει με το κύρος της όσα κατεστημένα και βαθιά συντηρητικά προβάλλονται σήμερα ως πρωτοπορία της Τέχνης στις καλλιτεχνικές σχολές. Με όχημα τις έννοιες «ελευθερία», «δημοκρατία», «διαφορετικότητα» και με τη μεταμοντέρνα άποψη περί της μη ύπαρξης αντικειμενικής γνώσης, παρουσιάστηκαν σε μεγάλο βαθμό επινοήσεις παρωχημένες στη μορφή και κυρίως άτεχνες, που προκαλούσαν στον επισκέπτη διανοητική σύγχυση και ψυχική εξουθένωση.

Γενικότερα στο χώρο του Πολιτισμού και κατ” επέκταση στα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης, συγκρούονται επενδυτικά σχέδια, με αντικειμενικό στόχο να υπάρξει εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος όσων επενδύουν στην Τέχνη μέσα και έξω από τη χώρα. Γι” αυτό και το κεφάλαιο παρεμβαίνει σε όλα τα επίπεδα στα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης: Κτίρια, αναθέσεις έργων, μελέτες, διοίκηση, διεύθυνση, διαχείριση, αγορές έργων, εκθέσεις, ανταλλαγές έργων και εκθέσεων, πωλητήρια.

Αλλωστε, από τη δεκαετία του 1990 έχει διατυπωθεί η κυβερνητική πρόθεση να προωθηθεί ο πολιτισμός των επενδύσεων, μέσα από τη δημιουργία ενός άξονα επιχειρηματικής δραστηριότητας που θα συνδέει την Ελλάδα με τα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι κυβερνήσεις προστατεύουν και δίνουν βάρος στο ρόλο του εκάστοτε διευθυντή του Μουσείου έναντι του Διοικητικού Συμβουλίου, παρότι και σ” αυτό συμμετέχουν άμεσα και εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι, το καλοκαίρι του 2017, όταν η κυβέρνηση ψήφισε με νόμο τη δυαρχία στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ).

Οπως όλα τα κρατικά ιδρύματα, έτσι και τα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης στενάζουν από τις περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης. Μέσα σε δύο χρόνια, 2012 – 2014, το ΚΜΣΤ είδε τον προϋπολογισμό του να συρρικνώνεται κατά 58%, που είχε ως συνέπεια την αδυναμία κάλυψης ακόμα και των στοιχειωδών λειτουργικών αναγκών του. Σε αυτό, λοιπόν, το έδαφος της οικονομικής ασφυξίας που η δική τους πολιτική προκαλεί, ανθίζουν η κάθε είδους εμπορευματοποίηση, η «φιλανθρωπία» των χορηγών και φυσικά η λεγόμενη λογική της «ανταποδοτικότητας». «Εθελοντές» και χορηγοί, «εναλλακτικοί» τρόποι χρηματοδότησης και ένα συνεχές κυνήγι της «έξυπνης αυτοχρηματοδότησης» είναι η λύση που ακολουθείται.

Η εμπειρία αποδεικνύει πόσο μακριά, όμως, είναι ένα τέτοιο μουσείο από τις πολιτιστικές ανάγκες του λαού, παρόλο που αυτός διπλοπληρώνει για την κάλυψή τους μέσα από τη βαριά φορολογία και το εκάστοτε εισιτήριο.

Πώς χρειάζεται να είναι

Λείπει από τον τόπο μας ένα μουσείο όπου κανείς μπορεί να συναντήσει την τέχνη που δημιουργείται στην Ελλάδα και που την εκπροσωπεί. Ακόμα και το «κέντρο τεκμηρίωσης», που ψηφίστηκε με το νόμο του 1997 και προέβλεπε την ύπαρξη ενός ψηφιακού κέντρου που θα ήταν καταγεγραμμένη όλη η σύγχρονη εικαστική δημιουργία, δεν λειτούργησε ποτέ έως τώρα.

Αποτελεί πρόβλημα ότι στη χώρα μας δεν υπάρχουν μόνιμες εκθέσεις των εικαστικών δημιουργών των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Αποτελεί πρόβλημα να εξαρτάται από την προαίρεση διάφορων ιδιωτικών μουσείων η δυνατότητά μας να δούμε έργα για παράδειγμα του Τσαρούχη, του Σεμερτζίδη και τόσων άλλων, ή να γνωρίσουμε συστηματικά τα σημαντικότερα ρεύματα που σημάδεψαν την πορεία της εικαστικής δημιουργίας.

Σε αυτήν την προσέγγιση δεν χωρά η ευκολία της κατάταξης της σύγχρονης τέχνης σε αισθητικές περιόδους της εκάστοτε μόδας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τις μεγάλες επενδύσεις. Η Θεωρία της Τέχνης οφείλει να γίνει επιστημονική. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης οφείλει να είναι επιστημονικό ίδρυμα, ανοιχτό στο σύνολο των δημιουργών. Να είναι επιστημονικό εργαστήριο, όπου η σύγχρονη δημιουργία, χωρίς αποκλεισμούς, συνδιαλέγεται ανοιχτά με την επιστήμη της Αισθητικής. Τα μέχρι τώρα υπεροπτικά ιδρύματα που υποδεικνύουν (επιδεικνύοντάς τα) στους δημιουργούς «πετυχημένα μοντέλα» αισθητικής, έχουν ιστορικά χρεοκοπήσει στη συνείδηση των δημιουργών και πρέπει να λάβουν τέλος.

Στο ερώτημα «τι Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης χρειάζονται η κοινωνία και η Τέχνη», σίγουρα δεν ανταποκρίνεται το σημερινό μοντέλο όπως το έχει διαμορφώσει ο καπιταλισμός.

Η κοινωνία και η Τέχνη χρειάζονται Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ανοιχτό στην καλλιτεχνική έρευνα και δημιουργία, ένα μουσείο προσιτό στους εργαζόμενους, με ελεύθερη πρόσβαση τόσο των επισκεπτών όσο και της «σύγχρονης» καλλιτεχνικής δημιουργίας σε αυτό. Ενα μουσείο ζωντανό, που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη της τέχνης και θα στεγάσει τη σύγχρονη τέχνη, την τέχνη του σήμερα. Την τέχνη που θα αναπτύσσει το πολιτιστικό επίπεδο των λαϊκών στρωμάτων, την τέχνη που θα εκφράζει τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, θα αγκαλιάζει τις ανησυχίες, τα προβλήματα, αλλά και όνειρα του λαού μας, μακριά από εξωπραγματικούς μικρόκοσμους που οδηγούν σε αδιέξοδα, ηττοπάθεια και ψευδή εικόνα της πραγματικότητας, που θα καλλιεργεί το ενδιαφέρον και την αγάπη του κοινού για τον Πολιτισμό, αντί να το αποξενώνει και να το απομακρύνει απ” αυτόν.


Ε. Α.

Πάμε θέατρο

«Αγγέλα»Του Γ.Σεβαστίκογλου

 

Στο ALTERA PARS παίζεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά η περσινή επιτυχία “Αγγέλα”. Ένα έργο δυναμικό, επίκαιρο και ένας υπέροχος θίασος ταλαντούχων ηθοποιών που συγκίνησε κοινό και κριτικούς.

Στην Αθήνα της δεκαετίας του ’50, η Αγγέλα φτάνει από το χωριό της για να μπει υπηρέτρια σε κάποιο αστικό σπίτι. Εκεί, στις ταράτσες, ανάμεσα στ” απλωμένα ρούχα, συναντιούνται οι “δούλες’, άλλες νεώτερες, με την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής κι άλλες μεγαλύτερες, πικραμένες από το αναποδογυρισμένο όνειρο της “μεγάλης” Αθήνας. Τα κορίτσια κουβαλούν την ανάμνηση της επαρχίας ενώ γύρω τους πλέκονται προσωπικά και κοινωνικά δράματα. Ένας μυστηριώδης θάνατος, οι έρωτές τους, άλλοτε ιδανικοί, άλλοτε βίαιοι και πίσω απ” όλα η Ελλάδα με τα τραύματα του Εμφυλίου, η φτώχεια, η εκμετάλλευση, το όνειρο της φυγής, η μετανάστευση στην Αμερική, η αστυνομία, οι κομμουνιστές αλλά και η Αθήνα, που φορτώνεται σιγά σιγά το βάρος μιας ολόκληρης χώρας. “Δάσκαλος του σκηνικού λόγου’, ο Γιώργος Σεβαστίκογλου εστιάζει με δεξιοτεχνία στον μικρόκοσμο, ζωγραφίζοντας την ίδια στιγμή τον κοινωνικό χάρτη μιας Ελλάδας αναγνωρίσιμης στις ζωντανές μας μνήμες. Μετά από τόσες δεκαετίες στις σκηνές της Ελλάδας και του εξωτερικού, η “Αγγέλα” είναι αναμφίβολα μια από τις ευτυχέστερες στιγμές της νεοελληνικής δραματουργίας.

Σκηνοθεσία: Πέτρος Νάκος,σκηνικά: Altera Pars, Σάββας Πασχαλίδης, κοστούμια: Δέσποινα Κολοκοτσά, φωτισμοί: ΠέτροςΝάκος, μουσική:Ελένη Λομβάρδου. Παίζουν: Αγγελική Κοντού, Παύλος Εμμανουηλίδης, Πέτρος Νάκος, Έλενα Καστανά, Στέλλα Κωνσταντάτου, Μελανία Μπαλτζίδου, Κυριακή Στούρου, Γιάννης Ανδρουλάκης, Θάνος Κώτσης

Διάρκεια παράστασης:   100 λεπτά

Σάββατο  20/1/2018  Αναχώρηση από το Πάρκιγκ του Δημαρχείου στις 8:00μ.μ.

Τιμή συμμετοχής 10 ευρώ με το πούλμαν  (παρακαλούμε τα εισιτήρια να προπληρώνονται)

Συμμετοχή στα μέλη του ΔΣ έως την Πέμπτη 18/1/2018

Για την Έκθεση της ΕΕ «Σχετικά με μια συνεκτική πολιτική της ΕΕ για τους κλάδους του Πολιτισμού και της δημιουργικότητας»

Το ενδιαφέρον της ΕΕ για τον Πολιτισμό σχετίζεται πρωταρχικά με την ιδεολογική λειτουργία του – την ιδιότητά του να συμβάλει στην καλλιέργεια των κυρίαρχων αστικών αξιών, να αξιοποιείται για την αντικομμουνιστική προπαγάνδα, να διαμορφώνει πεποιθήσεις, συνήθειες, προτιμήσεις, γούστο, στάσεις και συμπεριφορές βολικές για το κυρίαρχο σύστημα, να προωθεί την κοσμοπολίτικη αντίληψη για το κοινό δήθεν «ευρωπαϊκό σπίτι», σε περιόδους που μεγαλώνει μάλιστα η αμφισβήτησή του από πλατιά λαϊκά στρώματα – αφού ο Πολιτισμός έχει μικρή συγκριτικά με άλλους κλάδους συμμετοχή στην καπιταλιστική οικονομία. Τα τελευταία ωστόσο χρόνια, ειδικά μπροστά στις δυσκολίες ανάκαμψης της κερδοφορίας στην ευρωπαϊκή οικονομία και του οξυμένου ανταγωνισμού της για την κατάκτηση της ψηφιακής αγοράς και την αύξηση της παραγωγικότητας, με την ανάπτυξη της καινοτομίας και την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, ενισχύεται και το οικονομικό ενδιαφέρον για τον τομέα του Πολιτισμού. Ο λόγος για το αυξημένο αυτό ενδιαφέρον βρίσκεται σε ορισμένα χαρακτηριστικά του ανθρώπινου δυναμικού του, καθιστώντας το πιο ευάλωτο στην απόσπαση μεγαλύτερης υπεραξίας.

 

Πατούν πάνω στις τσακισμένες εργασιακές σχέσεις των νέων καλλιτεχνών

Ειδικότερα, όπως επιβεβαιώνεται και από την Έκθεση, ο τομέας αυτός απασχολεί ένα μεγάλο αριθμό νέων ανθρώπων με υψηλή ειδίκευση, οι οποίοι βρίσκονται σε κατάσταση διαρκούς κινητικότητας και ολοσχερούς επικράτησης της εργασιακής ανασφάλειας και μισοανεργίας, αφού οι προσλήψεις γίνονται στη βάση ατομικών συμφωνιών, με συμβάσεις έργου, δελτίο παροχής υπηρεσιών και άλλες μορφές εργασιακής εξαθλίωσης. Πολύ συχνή είναι, βέβαια, και η ανασφάλιστη και αδήλωτη εργασία με χαμηλότατη αμοιβή, η ανάληψη από τους ίδιους τους εργαζόμενους των εξόδων εκπαίδευσης και επιμόρφωσής τους, των επιδομάτων αδείας κ.λπ.

Ακόμη χειρότερη είναι η κατάσταση των εργαζομένων στην αποκαλούμενη «δημιουργική βιομηχανία», τις πολύ μικρές και ατομικές δηλαδή επιχειρήσεις ή τα διάφορα εταιρικά σχήματα που συστήνουν οι καλλιτέχνες ως αυτοαπασχολούμενοι (μικρές θεατρικές ομάδες, μουσικά γκρουπ, ΚοινΣΕπ κ.λπ.), σηκώνοντας όλο το οικονομικό βάρος και το ρίσκο της παραγωγής τους, ενώ στη συνέχεια καταβάλλουν ενοίκιο και ποσοστά στους ιδιοκτήτες αιθουσών για να την προβάλουν. Ολα αυτά με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε, κάποιος μονοπωλιακός όμιλος θα μυριστεί κέρδη από μια «καινοτόμα» παραγωγή τους και θα την αγοράσει. Στην πράξη, οι περισσότεροι καλλιτέχνες που συγκροτούν τέτοιου είδους σχήματα, δεν καταφέρνουν να βγάλουν τα έξοδά τους, όχι μόνο δεν πληρώνονται για την εργασία τους, αλλά πληρώνουν κι από πάνω.

Με άλλα λόγια, στον Πολιτισμό υπάρχει φτηνό, ευέλικτο και συχνά υψηλά ειδικευμένο εργατικό δυναμικό χωρίς απαιτήσεις, με αυξημένες τις επιζητούμενες για την άνοδο της παραγωγικότητας δημιουργικές ικανότητες, όπως εφευρετικότητα, φαντασία, έμπνευση, αλλά και γνώσεις στην ψηφιακή τεχνολογία, πρόσφορο για να υποστεί μεγαλύτερο βαθμό εκμετάλλευσης. Το δυναμικό αυτό μπορεί να αξιοποιηθεί αποδοτικά από το κεφάλαιο, όχι τόσο για την καθαυτή καλλιτεχνική παραγωγή, όσο κυρίως για τις ικανότητες που διαθέτει στην παραγωγή καινοτομίας, δηλαδή πρωτότυπων ιδεών και φθηνότερων μεθόδων για την παραγωγή, διανομή, διαφήμιση και διάδοση σε διευρυμένο κοινό προϊόντων και υπηρεσιών, διόγκωση με λίγα λόγια των κερδών και αύξηση της πελατείας των πολιτιστικών επιχειρήσεων, αλλά και επιχειρήσεων σε άλλους κλάδους (συνολικότερα στην ψηφιακή αγορά, στον τουρισμό, τη μεταποίηση, το εμπόριο). Οι ικανότητες των νέων καλλιτεχνών – δημιουργών να παράγουν καινοτόμα προϊόντα χρήσιμα σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας και να εφευρίσκουν τρόπους αποδοτικότερης αξιοποίησης από το κεφάλαιο των νέων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας, συμβάλλοντας στην ανάκαμψη της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του, αποτελούν τη βασική αιτία που η έκθεση για τον τομέα του Πολιτισμού προσυπογράφεται για πρώτη φόρα και από τις δύο επιτροπές Πολιτισμού και Βιομηχανίας.

Ποντάρουν στο επιχειρηματικό πνεύμα αποσκοπώντας στην ενσωμάτωση και την ιδεολογική χειραγώγηση

Είναι, βέβαια, ολοφάνερο ότι ελάχιστοι θα είναι εκείνοι οι νέοι καλλιτέχνες που θα ευνοηθούν τελικά από αυτή την κατεύθυνση, επινοώντας καινοτόμα προϊόντα που θα προσελκύσουν το ενδιαφέρον των επιχειρηματικών ομίλων. Για τη μάζα των καλλιτεχνών, η εξώθησή τους στην αναζήτηση καινοτομίας συνιστά μια ανέξοδη λύση συγκάλυψης της ανεργίας, που ειδικά στους νέους και τις γυναίκες γνωρίζει υψηλότατα ποσοστά, εξασφαλίζοντας την αποκαλούμενη «κοινωνική συνοχή». Και αυτό γιατί η εργασία για τον καλλιτέχνη, η καλλιτεχνική πράξη, ταυτίζεται με ολόκληρη την υπόστασή του. Ο καλλιτέχνης ασκεί αυτή την πράξη ακόμη και δίχως αμοιβή, ακόμη και πληρώνοντας από την τσέπη του, μόνο και μόνο για να υπάρξει ως καλλιτέχνης. Και αυτή ακριβώς την ανάγκη του έρχεται να εκμεταλλευτεί ξεδιάντροπα η σημερινή βάρβαρη καπιταλιστική πραγματικότητα της ΕΕ, επιδιώκοντας μάλιστα την ποσοτική αύξηση των νέων ανθρώπων και των γυναικών που θα στραφούν σε δραστηριότητες σχετικές με τις τέχνες και τον Πολιτισμό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο κεφάλαιο της Εκθεσης «Συνθήκες εργασίας στον τομέα του Πολιτισμού και της δημιουργικότητας» διαπιστώνεται με ικανοποίηση το γεγονός ότι η άτυπη απασχόληση των εργαζομένων στον τομέα του Πολιτισμού αποτελεί κοινό τόπο. Οχι μόνο δεν προτείνεται η βελτίωση των συνθηκών εργασίας τους, αλλά αντίθετα τονίζεται η ανάγκη αύξησης της κινητικότητάς τους, ώστε να μπορεί το κεφάλαιο να βρίσκει ευκολότερα αυτή την πάμφθηνη και αποτελεσματική εργατική δύναμη, όποτε και όπου τη χρειαστεί.

Για να αποδώσει, όμως, τα μέγιστα στους επιδιωκόμενους στόχους αυτό το δυναμικό, χρειάζεται η κατάλληλη διοχέτευση της δημιουργικότητάς του σε προϊόντα και υπηρεσίες που αποφέρουν κέρδος, χρειάζεται να διαθέτει δηλαδή επιχειρηματικό πνεύμα, μια διατομεακή δεξιότητα που παρουσιάζει έλλειψη στους αποφοίτους του κλάδου του Πολιτισμού και των τεχνών, όπως διαπιστώνεται στο κεφάλαιο «Εκπαίδευση, δεξιότητες, κατάρτιση» της Εκθεσης. Συνολικότερα, το κεφάλαιο αυτό είναι προσανατολισμένο σε μέτρα για την απόκτηση δεξιοτήτων επιχειρηματικότητας, δημιουργικότητας και καινοτομίας μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα, δια βίου μάθηση, μαθητεία, εκπαιδευτική και εργασιακή κινητικότητα (Erasmοus), εξοικείωση των σπουδαστών στις καλλιτεχνικές σχολές με τους τομείς της τεχνολογίας, της μηχανικής και των θετικών επιστημών, που αφορούν τους λοιπούς κλάδους της παραγωγής στους οποίους προτείνεται να αξιοποιηθούν τα προσόντα τους. Στην ουσία, όλα αυτά τα μέτρα για την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας και της δημιουργικότητας περισσότερο αποσκοπούν στην ενσωμάτωση και την ιδεολογική χειραγώγηση των νέων ανθρώπων. Στην πραγματικότητα, τα θεμέλια για την ουσιαστική ανάπτυξη δημιουργικού πνεύματος μπαίνουν στη γενική εκπαίδευση, η οποία υφίσταται ολοένα και μεγαλύτερη απαξίωση για τη μεγάλη μάζα των κοινωνικά αδύναμων μαθητών, σε όφελος των αποσπασματικών προγραμμάτων ανάπτυξης δεξιοτήτων και τη μαθητεία. Ετσι, αρκετά λιγότεροι είναι στην πράξη εκείνοι οι νέοι που αναπτύσσουν ουσιαστικές δημιουργικές ικανότητες και συνήθως προέρχονται από τα ανώτερα και μεσαία κοινωνικά στρώματα.

Όταν μιλούν για το δικαίωμα του δημιουργού…

Οι συχνές αναφορές, τόσο στο κείμενο της Έκθεσης, όσο και στα συνοδευτικά της, στην ανάγκη προστασίας του δικαιώματος του δημιουργού, στην πραγματικότητα δεν αφορούν τα πνευματικά δικαιώματα των καλλιτεχνών – δημιουργών, αλλά την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας των εταιρειών που θα εκμεταλλευτούν το προϊόν της εργασίας τους, τους κατόχους δηλαδή του πνευματικού δικαιώματος.

Αυτό, άλλωστε, το συμπέρασμα προκύπτει και από την Οδηγία 2014/26/ΕΕ, που αφορά τα μουσικά έργα, το πνεύμα της οποίας πρόκειται με αντίστοιχο τρόπο να γενικευτεί και στα άλλα είδη τέχνης. Και αυτό γιατί στο ήδη ενσωματωμένο δίκαιο της ΕΕ στην ελληνική νομοθεσία, προβλέπεται ότι το περιουσιακό δικαίωμα των με εξαρτημένη σχέση εργασίας δημιουργών μπορεί να μεταβιβαστεί στην εταιρεία παραγωγής και πέραν από το κομμάτι εκείνο που αυτοδικαίως αποκτά η εταιρεία με την υπογραφή της σύμβασης. Ενώ λοιπόν η διάταξη φαίνεται να έχει στο επίκεντρό της τους δημιουργούς συνολικά, στην ουσία βοηθάει τις μεγάλες εταιρείες παραγωγής στις οποίες έχουν μεταβιβαστεί τα περιουσιακά δικαιώματα των εξαρτημένων από αυτές δημιουργών και οι οποίες παίρνουν τη μερίδα του λέοντος από αυτά. Αντίστοιχα ισχύουν και για τα συγγενικά δικαιώματα των ερμηνευτών. Πίσω από αυτές τις διατυπώσεις βρίσκεται στην πραγματικότητα η θέση που παίρνει η ΕΕ υπέρ των εταιρειών παραγωγής καλλιτεχνικού έργου στα αντιτιθέμενα συμφέροντά τους με τους παρόχους περιεχομένου στο διαδίκτυο.

Αλλωστε, με την ίδια Οδηγία οι δημιουργοί και ερμηνευτές παύουν πλέον να ορίζουν το έργο τους και να ελέγχουν συλλογικά τον τρόπο διαχείρισης των πνευματικών δικαιωμάτων τους, αφού τη διαχείριση των πνευματικών δικαιωμάτων αναλαμβάνουν κερδοσκοπικές επιχειρήσεις, που θα λειτουργούν ανταγωνιστικά σε όλα τα κράτη – μέλη της ΕΕ στις οποίες κάθε καλλιτέχνης προσέρχεται ατομικά, με βάση την καλλιτεχνική καταξίωση και εμβέλειά του στο εμπορευματοποιημένο πολιτιστικό περιβάλλον.

Επιδιώκουν στενότερη πρόσδεση με το κεφάλαιο

Στο κεφάλαιο «Χρηματοδότηση», οι εκκλήσεις προς τα κράτη – μέλη να διαθέτουν επαρκές μέρος των προϋπολογισμών τους για τη δημόσια χρηματοδότηση του Πολιτισμού, ηχούν σαν κακόγουστο αστείο, αφού η κρατική χρηματοδότηση του Πολιτισμού τείνει να μηδενιστεί στη χώρα μας και όχι μόνο, όπως η ίδια η Έκθεση αμέσως παρακάτω ομολογεί. Στην ουσία, παροτρύνει τα κράτη – μέλη να αυξήσουν τα κίνητρα για ιδιωτικές επενδύσεις στον Πολιτισμό και επαναλαμβάνει παλιότερες προτάσεις για να αρθεί η επιφυλακτικότητα των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων να επενδύσουν στον κλάδο λόγω του υψηλού κινδύνου που ενέχει η καλλιτεχνική παραγωγή. Ταυτόχρονα, προκρίνονται ως σταθερό εργαλείο χρηματοδότησης οι διάφορες μορφές πληθοχρηματοδότησης και συμμετοχικών επενδύσεων, ώστε να διαμοιράζεται ο κίνδυνος, όπως γίνεται και σε άλλους τομείς υψηλού ρίσκου, της ιατρικής έρευνας για παράδειγμα.

Επιβεβαιώνεται έτσι, για άλλη μια φορά, ότι η πολιτιστική δραστηριότητα θα συνεχίζεται μέσα από τη στενότερη πρόσδεση και έλεγχό της από το κεφάλαιο, την ένταση της εκμετάλλευσης των εργαζομένων, τη μείωση της αξίας της εργατικής δύναμης στο κατώτερο δυνατό επίπεδο, την παρεμβολή μεγαλύτερων οικονομικών εμποδίων για την πρόσβαση των λαϊκών στρωμάτων σε αυτή, όπως το απλησίαστο κόστος των εισιτηρίων στους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία. Οι συνέπειες της αντιμετώπισης του Πολιτισμού ως εμπόρευμα εκδηλώνονται ήδη με την απαξίωση, ακόμη και την καταστροφή σημαντικών, αλλά μη κερδοφόρων πεδίων του και με την αυξανόμενη χειραγώγηση της τέχνης και των καλλιτεχνών από την κυρίαρχη ιδεολογία και πολιτική.

Αντιμετωπίζουν με χυδαίο εμπορικό και επιχειρηματικό πνεύμα τον Πολιτισμό και τους ανθρώπους του

Συνοψίζοντας, η Έκθεση «Σχετικά με μια συνεκτική πολιτική της ΕΕ για τους κλάδους του Πολιτισμού και της δημιουργικότητας» σε καμία περίπτωση δεν έρχεται να αντιμετωπίσει τη σύγχρονη ανάγκη για πολιτιστική παραγωγή που θα πλουτίζει τον πνευματικό κόσμο των ανθρώπων και θα ανοίγει τους ορίζοντες της σκέψης τους, ούτε βέβαια να επιλύσει τα οξυμένα προβλήματα των καλλιτεχνών – δημιουργών, που στην πλειονότητά τους δέχονται μια ανελέητη επίθεση στα εργασιακά και πνευματικά τους δικαιώματα.

Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι μέσα στον κλάδο εντάσσονται καθαρά εμπορικοί τομείς, με ελάχιστη έως καθόλου σχέση προς την πολιτιστική δημιουργία, όπως η μόδα, τα προϊόντα πολυτελείας και η διαφήμιση.

Πρόκειται για μια Εκθεση που αντιμετωπίζει με χυδαίο εμπορικό και επιχειρηματικό πνεύμα τον Πολιτισμό και τους ανθρώπους του, με σκοπούς: 1. Να αρμέξει από αυτούς όλη την ικμάδα της σκέψης, του ταλέντου, της ευφυίας τους, για να αυξήσει την κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα των μονοπωλίων και 2. Να στερήσει από τη μεγάλη μάζα τους το μοναδικό όπλο τους να αντιπαλέψουν αυτή την πολιτική μέσα από την οργάνωση της πάλης τους, καλλιεργώντας τους ψευδαισθήσεις για ευκαιρίες οικονομικής και καλλιτεχνικής καταξίωσης του έργου τους.

Το καταψηφίζουμε, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι η μόνη λύση που ανταποκρίνεται στις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα κάθε καλλιτέχνη – δημιουργού, η μόνη λύση που ανταποκρίνεται στις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες για πνευματική και πολιτιστική ανάπτυξη είναι η κατάργηση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και διάδοσης της τέχνης κάθε είδους, για να μπορεί ο δημιουργός να είναι πραγματικός ιδιοκτήτης της σκέψης, του συναισθήματος, του ταλέντου του και τελικά της τέχνης του. Η ανάπτυξη της δημιουργικότητας στην εργασία δεν έχει ανάγκη από εκθέσεις και σχεδιαγράμματα συντονισμών, αλλά από την κατάργηση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, των ξεπερασμένων εκμεταλλευτικών σχέσεων ιδιοκτησίας, που εμποδίζουν την κύρια παραγωγική δύναμη, τον άνθρωπο, να κατακτήσει, να αναπτύξει και να εκφράσει τις πιο πολύτιμες και εξελιγμένες διανοητικές και ψυχικές ικανότητές του, τέτοιες όπως η επινοητικότητα και η δημιουργικότητα στην εργασία.