Σύλλογος Εκπαιδευτικών Π.Ε. Ηλιούπολης

"Μιχάλης Παπαμαύρος"

Για την πολιτική των Μουσείων Σύγχρονης Τέχνης – από Α.Σ.Ε.

 

Το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης

Αυτήν τη στιγμή υπάρχουν δύο κρατικά Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης στην Ελλάδα. Το ένα είναι το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΚΜΣΤ), που βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και έχει ως βάση μέρος της Συλλογής Κωστάκη με έργα της Ρώσικης Πρωτοπορίας, και το άλλο είναι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) στην Αθήνα. Πρόκειται για τα μοναδικά μουσεία μέσα από τα οποία το ελληνικό κοινό μπορεί να γνωρίσει τη σύγχρονη εικαστική τέχνη και να μελετήσει τις σύγχρονες εξελίξεις στον τομέα της. Η πολιτιστική πολιτική που ακολουθούν έχει ένα ιδιαίτερο βάρος, καθώς καθορίζει τον προσανατολισμό και την πορεία της σύγχρονης τέχνης στη χώρα μας, δίνοντας αισθητική κατεύθυνση στα εικαστικά πράγματα και επηρεάζοντας τους καλλιτέχνες και το κοινό. 

Πώς είναι σήμερα

Είναι, βέβαια, εύκολα εννοούμενο ότι, όπως όλοι οι κρατικοί πολιτιστικοί οργανισμοί, έτσι και τα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης στη χώρα μας υποτάσσονται στην πολιτική και τις κατευθύνσεις της ΕΕ και των ελληνικών κυβερνήσεων για τον Πολιτισμό και τις Τέχνες. Πιο ειδικά, αποτελούν χώρους όπου σε μεγάλο μέρος αναπαράγονται οι επιλογές του Χρηματιστηρίου της Τέχνης και των επενδυτών, μια ακόμα, τελικά, μεγάλη «ιδιωτικού τύπου» αίθουσα εκθέσεων.

Αυτό μπορεί εύκολα να το διαπιστώσει κανείς παρατηρώντας τις περιοδικές εκθέσεις, αλλά και τις αγορές που πραγματοποιούν. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης αρνήθηκε πρόταση του Επιμελητηρίου Εικαστικών Τεχνών Ελλάδας (ΕΕΤΕ) για διοργάνωση στο κτίριο του Φιξ μιας μεγάλης έκθεσης νέων εικαστικών από το σύνολο του καλλιτεχνικού δυναμικού της χώρας, προτιμώντας να εγκαινιάσει το νέο αυτό χώρο με μια ιδιωτική έκθεση από την Αμβέρσα. Αυτή η κίνηση, όπως και οι εκδηλώσεις της «documenta 14», που φιλοξένησε, δείχνουν τον προσανατολισμό του. Η «documenta 14» επεδίωκε – με εξαίρεση κάποιες λιγοστές ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις – να περιβάλει με το κύρος της όσα κατεστημένα και βαθιά συντηρητικά προβάλλονται σήμερα ως πρωτοπορία της Τέχνης στις καλλιτεχνικές σχολές. Με όχημα τις έννοιες «ελευθερία», «δημοκρατία», «διαφορετικότητα» και με τη μεταμοντέρνα άποψη περί της μη ύπαρξης αντικειμενικής γνώσης, παρουσιάστηκαν σε μεγάλο βαθμό επινοήσεις παρωχημένες στη μορφή και κυρίως άτεχνες, που προκαλούσαν στον επισκέπτη διανοητική σύγχυση και ψυχική εξουθένωση.

Γενικότερα στο χώρο του Πολιτισμού και κατ” επέκταση στα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης, συγκρούονται επενδυτικά σχέδια, με αντικειμενικό στόχο να υπάρξει εμπορική δραστηριότητα με σκοπό το κέρδος όσων επενδύουν στην Τέχνη μέσα και έξω από τη χώρα. Γι” αυτό και το κεφάλαιο παρεμβαίνει σε όλα τα επίπεδα στα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης: Κτίρια, αναθέσεις έργων, μελέτες, διοίκηση, διεύθυνση, διαχείριση, αγορές έργων, εκθέσεις, ανταλλαγές έργων και εκθέσεων, πωλητήρια.

Αλλωστε, από τη δεκαετία του 1990 έχει διατυπωθεί η κυβερνητική πρόθεση να προωθηθεί ο πολιτισμός των επενδύσεων, μέσα από τη δημιουργία ενός άξονα επιχειρηματικής δραστηριότητας που θα συνδέει την Ελλάδα με τα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα. Για την επίτευξη αυτού του στόχου, οι κυβερνήσεις προστατεύουν και δίνουν βάρος στο ρόλο του εκάστοτε διευθυντή του Μουσείου έναντι του Διοικητικού Συμβουλίου, παρότι και σ” αυτό συμμετέχουν άμεσα και εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι, το καλοκαίρι του 2017, όταν η κυβέρνηση ψήφισε με νόμο τη δυαρχία στο Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ).

Οπως όλα τα κρατικά ιδρύματα, έτσι και τα Μουσεία Σύγχρονης Τέχνης στενάζουν από τις περικοπές της κρατικής χρηματοδότησης. Μέσα σε δύο χρόνια, 2012 – 2014, το ΚΜΣΤ είδε τον προϋπολογισμό του να συρρικνώνεται κατά 58%, που είχε ως συνέπεια την αδυναμία κάλυψης ακόμα και των στοιχειωδών λειτουργικών αναγκών του. Σε αυτό, λοιπόν, το έδαφος της οικονομικής ασφυξίας που η δική τους πολιτική προκαλεί, ανθίζουν η κάθε είδους εμπορευματοποίηση, η «φιλανθρωπία» των χορηγών και φυσικά η λεγόμενη λογική της «ανταποδοτικότητας». «Εθελοντές» και χορηγοί, «εναλλακτικοί» τρόποι χρηματοδότησης και ένα συνεχές κυνήγι της «έξυπνης αυτοχρηματοδότησης» είναι η λύση που ακολουθείται.

Η εμπειρία αποδεικνύει πόσο μακριά, όμως, είναι ένα τέτοιο μουσείο από τις πολιτιστικές ανάγκες του λαού, παρόλο που αυτός διπλοπληρώνει για την κάλυψή τους μέσα από τη βαριά φορολογία και το εκάστοτε εισιτήριο.

Πώς χρειάζεται να είναι

Λείπει από τον τόπο μας ένα μουσείο όπου κανείς μπορεί να συναντήσει την τέχνη που δημιουργείται στην Ελλάδα και που την εκπροσωπεί. Ακόμα και το «κέντρο τεκμηρίωσης», που ψηφίστηκε με το νόμο του 1997 και προέβλεπε την ύπαρξη ενός ψηφιακού κέντρου που θα ήταν καταγεγραμμένη όλη η σύγχρονη εικαστική δημιουργία, δεν λειτούργησε ποτέ έως τώρα.

Αποτελεί πρόβλημα ότι στη χώρα μας δεν υπάρχουν μόνιμες εκθέσεις των εικαστικών δημιουργών των τελευταίων δεκαετιών του 20ού αιώνα. Αποτελεί πρόβλημα να εξαρτάται από την προαίρεση διάφορων ιδιωτικών μουσείων η δυνατότητά μας να δούμε έργα για παράδειγμα του Τσαρούχη, του Σεμερτζίδη και τόσων άλλων, ή να γνωρίσουμε συστηματικά τα σημαντικότερα ρεύματα που σημάδεψαν την πορεία της εικαστικής δημιουργίας.

Σε αυτήν την προσέγγιση δεν χωρά η ευκολία της κατάταξης της σύγχρονης τέχνης σε αισθητικές περιόδους της εκάστοτε μόδας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί από τις μεγάλες επενδύσεις. Η Θεωρία της Τέχνης οφείλει να γίνει επιστημονική. Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης οφείλει να είναι επιστημονικό ίδρυμα, ανοιχτό στο σύνολο των δημιουργών. Να είναι επιστημονικό εργαστήριο, όπου η σύγχρονη δημιουργία, χωρίς αποκλεισμούς, συνδιαλέγεται ανοιχτά με την επιστήμη της Αισθητικής. Τα μέχρι τώρα υπεροπτικά ιδρύματα που υποδεικνύουν (επιδεικνύοντάς τα) στους δημιουργούς «πετυχημένα μοντέλα» αισθητικής, έχουν ιστορικά χρεοκοπήσει στη συνείδηση των δημιουργών και πρέπει να λάβουν τέλος.

Στο ερώτημα «τι Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης χρειάζονται η κοινωνία και η Τέχνη», σίγουρα δεν ανταποκρίνεται το σημερινό μοντέλο όπως το έχει διαμορφώσει ο καπιταλισμός.

Η κοινωνία και η Τέχνη χρειάζονται Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης ανοιχτό στην καλλιτεχνική έρευνα και δημιουργία, ένα μουσείο προσιτό στους εργαζόμενους, με ελεύθερη πρόσβαση τόσο των επισκεπτών όσο και της «σύγχρονης» καλλιτεχνικής δημιουργίας σε αυτό. Ενα μουσείο ζωντανό, που θα συμβάλλει στην ανάπτυξη της τέχνης και θα στεγάσει τη σύγχρονη τέχνη, την τέχνη του σήμερα. Την τέχνη που θα αναπτύσσει το πολιτιστικό επίπεδο των λαϊκών στρωμάτων, την τέχνη που θα εκφράζει τις σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες, θα αγκαλιάζει τις ανησυχίες, τα προβλήματα, αλλά και όνειρα του λαού μας, μακριά από εξωπραγματικούς μικρόκοσμους που οδηγούν σε αδιέξοδα, ηττοπάθεια και ψευδή εικόνα της πραγματικότητας, που θα καλλιεργεί το ενδιαφέρον και την αγάπη του κοινού για τον Πολιτισμό, αντί να το αποξενώνει και να το απομακρύνει απ” αυτόν.


Ε. Α.